Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Aόρατοι άνθρωποι

'Ετοιμη να βάλει τα κλάματα κοιτούσε μια το τζάμι και μια τον γερασμένο αγνώριστο άνθρωπο που στεκόταν μπροστά της. Ανάμεσα τους η ζωή και ο θάνατος χόρευαν το τελευταίο βάλς. Το βουητό του αργού θανάτου κάλυπτε σαν πρωινή ομίχλη την σχέση τους. Κτύπησε το χέρι της στο τζάμι με δύναμη λιγότερη απο την οργή της αγανάκτησης της και μεγαλύτερη απο την υπομονή της.
 ''Δεν μπορείς να πάς δεν βλέπεις; είναι γυαλί... ''
Τίποτα δεν ήταν στην θέση του, όπως θα έπρεπε. Ούτε αυτή , ουτέ οι σκέψεις της, ούτε η ζωή της ούτε το μυαλό του άντρα που την μεγάλωσε. Μια δυσφορία αταξίας που δεν μπορούσε να ελέγξει. 
Καθόταν φανερά καταπιέσμενη στο λεπτοκαμωμένο σχεδόν ασθενικό κορμί της σε μια μεγάλη προσπαθεία σχεδόν αλτρουιστική να μην εκδηλώσει τον πόνο, να μην λακίσει στα μάτια του ενώ το κάθε κύταρο της σκιζόταν στα δύο, το ένα ήθελε να ορμίξει στον θάνατο και το άλλο να εξαφανιστεί. Η ενοχή της επιθυμίας τέλους υπόβοσκε και στις δυο επιλογές. Ο πόνος ράγιζε το φώς της αφήνοντας ένα εκκωφαντικό θόρυβο προσγείωσης σε κάθε λέξη σύγχισης και απόγνωσης του που δεν μπορούσε να επικοινωνήσει αυτό που του συνέβαινε. Ήταν και οι δύο αβοήθητοι με την διαφορά οτι μόνο ο ένας απο τους δυο τους το γνώριζε.
Δεν ήμουν σιγούρη αν ήθελα περισσοτέρο να την αγκαλίασω ή να την παρατηρήσω;
Τελικά έκανα το δεύτερο.


α.ν




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Φραντζολα και ελια

Νευμα βγαλμενο απο αλλη εποχη αυτης του οπως επιθυμειτε δεσποινης , σε επιθυμω για παντα. Για το υπολοιπο ταξιδι μας. Φραντζολες κ ελιες πηραμε. Α.Ν

Λιτανείες

Ένα ζουμερό, βελούδινο ποδάρακι στα τσαλακωμένα μου μούτρα.   Από τη κίνηση ξέρω πως μαγειρεύεται η γκρίνια πρωί‑πρωί, η κοτσιακαρούα μάνα βραδύπους θα τα καταφέρει αράγε? Ξεκινήσε μουρμούρα.. «Πού είναι η πιπίλα; Δεν βλέπω από τη τσίπλα, μάλλον έχω τυφλωθεί. Διψώ, λιποθυμώ, θα κάνω κλάμα εκκωφαντικό, ιδανικό για καρδιακό. Μα γιατί δεν με σηκώνει; Δεν με αγαπά με πληγωνει. Με εγκατέλειψε; Θα την καρφώσω στον παπά!» (και αντί για παπά, γαλαααα φωνάζω δυνατά). Και στο τσουπ, προσγείωση στα χέρια: το μπιμπερό. Και ξανά όλα ροδινά. «Μανούλα, σε αγαπώ.» Καφές.  Πανικός. Τρέχω, τρέχω, τρέχω. Με τα ποδαράκια τρέχω πάνω στον καυτό καφέ, θέλω να πέσω. Και μέτα να ξανακλάψω στις ενοχές, να την σπαραξω. Τσουπ, της ξεφυγα· με σήκωσε στο λεπτό. Χεχ, training  στο αυχενικό. Μα που πάει; Τουαλέτα; Wait. Φέρνω αρκούδι και κουβέρτα. Οππα, είπα τόσο γλυκά, άμα χέζεις θα με κρατάς. Αλλάξα γνώμη. Τα χέρια μου να πλύνω και λίγο στα πλακάκια νεράκι ρίχνω «Σήκω! Κράτα με! Γλυστρώ, ...

Σκουπα σκουπα ντου

Πάντα μισούσα το σκούπισμα γιατι ειναι τοσο επιφανειακο. Δεν εχει ουτε βαθος ούτε διαρκεια. Μόνο αυχενικό. Ο μόνος τρόπος για να καταφέρω να σκουπίσω γρήγορα είναι να θυμώσω. Δίχως θυμό, δεν μπορώ να σκουπισω. Για spead cleaning αναγκαζομαι κ σκεφτομαι την πεθερα.  Η σκούπα καπως εγινε το μεσο της επιστροφης στο πυρ μου.  Κράτησε όλα αυτά τα χρόνια μακριά από μένα τη σκόνη  και τους σκονισμένους. Επιβιώσα χαρη σε αυτην ανεπροκοπα κ αυθεντικα ειπε.  . . .  . .η γεροντομανα...σκουπα σκουπα ντου κ για που για που για που τραβαει η αλεπου ..