Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Septemvris


Παρασκευή βραδυ, έξω βρέχει, στην πόρτα "γκρεμμασμενα" τα πρώτα μου φθινοπωρινά φύλλα. Τα έκλεψα από ένα δέντρο και μετά ξεκίνησα να τρέχω με το σακίδιο στον ωμο και τις βροχές στα μαλλιά με ομπρέλα την ενοχική μου χαρά. Τα θέλω όλα δικά μου όλα! Όλο το χρώμα του φθινοπώρου δικό μου! Δεν το χορταίνω! Μεταμόρφωση χρωμάτων νιώθω πως αλλάζει χρώμα η ψυχή μου όταν βρίσκομαι ανάμεσα τους!
Μια βδομάδα γεμάτη χρώμα. Σαν να πέρασε μηνας κι όμως ήταν μονο μια βδομάδα γεμάτη, δημιουργική και παραγωγική. Δεν ήθελα να σταματήσω να δουλεύω ακόμα και αν έφτανα στα όρια  μου. Κάπου εδώ είναι τα καινούρια μου έλεγα και είχα δίκαιο πολύ σύντομα συστηνόμουν στα καινούρια μου. Το κεφάλι μου ακόμα κουδουνίζει ευχάριστα από τις πολλές συστάσεις.
Το Helsinki με ανταμοιβει κάθε μέρα και με κάτι μικρό-καινούριο. Τελικά σε ότι μέρα και να ξυπνήσω σε οποια εποχή κάτι όμορφο-μικρό-καινούριο με περιμένει να το αντικρίσω να γίνει δικό μου. Τα ματια δεν δανείζονται τελικά και οι λέξεις μου αδυνατούν να καθρεφτίσουν την συναισθηματική μου "φθινοπωρινη" πολυχρωμία. Ότι κοιτώ είναι δικό μου! Το ήξερα πως μια μέρα θα γινόμουν πλούσια :)
Κάποιοι λένε πως η μέρα που σταματας να κανεις όνειρα είναι η μέρα που πεθαίνεις, κι όμως ...η μέρα που σταμάτησα να κάνω όνειρα ήταν η μέρα που ξεκίνησα να ζω! Μαγεία και ερωτας!
Ευχαριστώ!


a.n

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Φραντζολα και ελια

Νευμα βγαλμενο απο αλλη εποχη αυτης του οπως επιθυμειτε δεσποινης , σε επιθυμω για παντα. Για το υπολοιπο ταξιδι μας. Φραντζολες κ ελιες πηραμε. Α.Ν

Λιτανείες

Ένα ζουμερό, βελούδινο ποδάρακι στα τσαλακωμένα μου μούτρα.   Από τη κίνηση ξέρω πως μαγειρεύεται η γκρίνια πρωί‑πρωί, η κοτσιακαρούα μάνα βραδύπους θα τα καταφέρει αράγε? Ξεκινήσε μουρμούρα.. «Πού είναι η πιπίλα; Δεν βλέπω από τη τσίπλα, μάλλον έχω τυφλωθεί. Διψώ, λιποθυμώ, θα κάνω κλάμα εκκωφαντικό, ιδανικό για καρδιακό. Μα γιατί δεν με σηκώνει; Δεν με αγαπά με πληγωνει. Με εγκατέλειψε; Θα την καρφώσω στον παπά!» (και αντί για παπά, γαλαααα φωνάζω δυνατά). Και στο τσουπ, προσγείωση στα χέρια: το μπιμπερό. Και ξανά όλα ροδινά. «Μανούλα, σε αγαπώ.» Καφές.  Πανικός. Τρέχω, τρέχω, τρέχω. Με τα ποδαράκια τρέχω πάνω στον καυτό καφέ, θέλω να πέσω. Και μέτα να ξανακλάψω στις ενοχές, να την σπαραξω. Τσουπ, της ξεφυγα· με σήκωσε στο λεπτό. Χεχ, training  στο αυχενικό. Μα που πάει; Τουαλέτα; Wait. Φέρνω αρκούδι και κουβέρτα. Οππα, είπα τόσο γλυκά, άμα χέζεις θα με κρατάς. Αλλάξα γνώμη. Τα χέρια μου να πλύνω και λίγο στα πλακάκια νεράκι ρίχνω «Σήκω! Κράτα με! Γλυστρώ, ...

Σκουπα σκουπα ντου

Πάντα μισούσα το σκούπισμα γιατι ειναι τοσο επιφανειακο. Δεν εχει ουτε βαθος ούτε διαρκεια. Μόνο αυχενικό. Ο μόνος τρόπος για να καταφέρω να σκουπίσω γρήγορα είναι να θυμώσω. Δίχως θυμό, δεν μπορώ να σκουπισω. Για spead cleaning αναγκαζομαι κ σκεφτομαι την πεθερα.  Η σκούπα καπως εγινε το μεσο της επιστροφης στο πυρ μου.  Κράτησε όλα αυτά τα χρόνια μακριά από μένα τη σκόνη  και τους σκονισμένους. Επιβιώσα χαρη σε αυτην ανεπροκοπα κ αυθεντικα ειπε.  . . .  . .η γεροντομανα...σκουπα σκουπα ντου κ για που για που για που τραβαει η αλεπου ..